Πρώτο θέμα μας

Πρώτο μας θέμα

Articles and opinions expressed may not necessarily belong to paneliakos.com

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

Θεολογικές και πολιτιστικές αναφορές για τον θάνατο, την εξωτερίκευση της θλίψης, το πένθος, την ελπίδα

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου, 2020

 

Φωτογραφία αρχείου: Ευρωκίνηση.
Ο θάνατος είναι ο πιο πικρός αποχωρισμός, ένα μαρτύριο σωστό γι’ αυτούς που φεύγουν αφού είναι «όντως φοβερότατον το του θανάτου μυστήριον» όπως λέγει τόσο εύγλωττα υψιπετής θεολογικός νους του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στα τροπάρια της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, η οποία κατ’ ουσία είναι Αναστάσιμη Ακολουθία. Και στο ίδιο τροπάριο εξηγεί το γιατί είναι «όντως φοβερότατο το του θανάτου μυστήριον», ότι δηλαδή είναι πραγματικά πολύ φοβερό το μυστήριο του θανάτου, λέγοντας διερωτώμενος και εξαπορούμενος το εξής χαρακτηριστικό: «Πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας και της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός θείω βουλήματι αποτέμνεται;».
Είναι πράγματι εξόχως χαρακτηριστική αυτή η εικονολογία και σκηνογραφία και μεστή μηνυμάτων και νοημάτων. Κάνει λόγο για «βίαιο χωρισμό», ψυχής και σώματος διότι αυτό ακριβώς σημαίνει η φράση «βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας». Κι όπως κάθε «βίαιος χωρισμός» είναι έμπονος και οδυνηρός, το ίδιο ισχύει και για τον χωρισμό ψυχής και σώματος τη στιγμή του θανάτου. Κι όταν στοχαστούμε λίγο βαθύτερα θα συμφωνήσουμε στο συμπέρασμα πως όταν έλθει ο θάνατος εμείς θα έχομε φύγει, οπότε εγείρεται και το ερώτημα πώς και σε ποίο βαθμό θα βιώσουμε τον «βίαιο χωρισμό;».
Αναντίλεκτα είναι ακατανόητη και απαρηγόρητη η τραγικότητα του θανάτου, η οποία είναι κοινή για όλους μας άσχετα από κοινωνική καταξίωση, επίπεδο μόρφωσης, απόκτηση πλούτου ή δόξας, αφού «επελθών γάρ ο θάνατος πάντα ταύτα εξηφάνισται» επειδή ακριβώς είναι τόσο εύθραυστα και παροδικά. Στο τέλος αυτό που απομένει είναι το μέγεθος της αγάπης και της ανθρωπινότητάς μας.
Να πούμε όμως τούτο το πολύ βασικό πως δίχως την πίστη στην Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι «η κατάποση του θνητού υπό της ζωής» ο θάνατος είναι μία ασύλληπτη βασανιστική αλογία στο περατό μυαλό μας.
Μέσα στο πολύ γνωστό τραγούδημα «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών» υπάρχει ολόκληρη η ελπίδα αλλά και η βεβαιότητα της σωτηρίας, από τον βασανισμό του θανάτου, ο οποίος ας μη ξεχνούμε ποτέ πως είναι «ο έσχατος εχθρός» όλων μας για να δανειστούμε τη ρήση του Απ. Παύλου.
Αυτή, λοιπόν, η κοινή μας ακραία τραγική πραγματικότητα, ο θάνατος δηλαδή, η εντελώς αναπόφευκτη και η οποία δεν υπακούει σε καμία απολύτως δικαιολογία αποφυγής της, προσεγγίζεται από διάφορες θεολογικές και πολιτιστικές παραδόσεις και αντιληπτικές ενίοτε κατά τρόπο διαμετρικά αντίθετο. Εν προκειμένω θα κάνουμε μία σύντομη, τηλεγραφική θα έλεγα, απόπειρα σκιαγράφησης της διαφοροποίησης του σε ανατολή και Δύση. Συγκεκριμένα, ο θάνατος στη Δυτική Θεολογία και πολιτιστική νοοτροπία και αντιληπτική, αντιμετωπίζεται και προσεγγίζεται πολύ διαφορετικά από ό,τι στην Ορθόδοξη Ανατολή, στην οποία μάλιστα τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε έντονες τάσεις μίμησης της Δύσης, ανυποψίαστοι πως η εκκλησιαστική και πολιτιστική εμπειρία της Δύσης βρίσκεται στους αντίποδες της Ανατολής.
Οταν πεθάνει κάποιος συνηθίζουμε να λέμε, πολύ λανθασμένα, τη γνωστή φράση ότι «ο Θεός τον πήρε». Οταν μάλιστα πρόκειται για νέον ηλικιακά άνθρωπο, τα όσα νεκρολογικά λέγονται από χείλη Ορθόδοξων επισκόπων και ιερέων είναι από τραγελαφικά, μέχρι κακόδοξα. Ιδού μερικά: Ο αποθανών ή η αποθανούσα «ήταν μπουμπούκι ή λουλούδι όμορφο και το έκοψε ο Θεός για να στολίσει τον κήπο του» ή ότι «τον ήθελε κοντά του» και τέτοια παρόμοια τα οποία εμφανίζουν τον Θεό ως αίτιο του θανάτου, μη γένοιτο, διότι κάτι τέτοιο είναι βλάσφημο και κακόδοξο,αφού ο Θεός είναι η πηγή της ζωής, ο Ζωοδότης και δεν μπορεί να αυτοαναιρεθεί και να γίνει αίτιος του θανάτου, μ’ άλλα λόγια δεν μπορεί να πάει ενάντια στον εαυτό του.
Εάν, λοιπόν, το παρόν εκλαϊκευμένο κείμενο κατορθώσει να κεντρίσει τη σκέψη και τον προβληματισμό μας και να εμπεδώσει ότι ο Θεός είναι η πηγή της ζωής, τότε ίσως αρχίσουμε μία αλλιώτικη προσέγγιση του θανάτου, αλλά και έκφραση της θλίψης και του πόνου που προκαλεί ο θάνατος.
Είναι γεγονός πως ο άνθρωπος της Δύσης ευρισκόμενος μπροστά στο ανερμήνευτο γεγονός και την «αλογία» του θανάτου, προσπαθεί να τον ωραιοποιήσει, ανυποψίαστος πως έτσι ουσιαστικά τον «ειδωλοποιεί» και τον απωθεί όσο πιο πολύ μπορεί. Μ’ άλλα λόγια αρνείται να δεχθεί δηλαδή ότι επίκειται ανά πάσα στιγμή και δεν θέλει να αποδεχθεί την πραγματικότητα πως από τη στιγμή που γεννιόμαστε, είμαστε μελλοθάνατοι. Κι ακόμα πως η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν στις ιστορικές μας υπάρξεις. Η απώθηση ή απόρριψη αν προτιμάτε του θανάτου είναι τόσο θεατή στα νεκροπομπεία σήμερα τα οποία στολίζουν και καλλωπίζουν τον νεκρό. Ανμάλιστα είναι γυναίκα της βάφουν και τα νύχια, της κάνουν μοντέρνο χτένισμα για να φαίνεται όσο το δυνατόν πιο όμορφη και φυσιολογική, προσπαθώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να ξεγελάσουν τον θάνατο, και βέβαια και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Αυτή λοιπόν η Αγγλοσαξονική αντιμετώπιση του θανάτου κάνει τους συγγενείς του αποθανόντος, οι οποίοι στέκονται δίπλα στο φέρετρό του στο νεκροπομπείο αντί να θρηνούν και να κλαίνε όπως θα ήταν το φυσιολογικό, να λένε στους επισκέπτες, «δείτε πόσο ωραίος ή ωραία φαίνεται λέτε κι είναι ζωντανός ή ζωντανή». Μιλούμε δηλαδή για μία έσχατης μορφής ωραιοποίηση του θανάτου που φτάνει μέχρι το σημείο της άρνησής του. Κι έτσι απωθείται η έκφραση και η εξωτερίκευση της θλίψης και του πένθους ως κάτι που δεν προσιδιάζει σε «ψύχραιμους και πολιτισμένους ανθρώπους». Φαίνεται πως είμαστε εντελώς ανυποψίαστοι πως θλίψη που δεν εκφράζεται και δεν εκδηλώνεται,υπάρχει το ενδεχόμενο να μεταποιηθεί και να καταλήξει ακόμα και σε κατάθλιψη, η οποία δημιουργεί νευρωτικές καταστάσεις, ψυχωτικές συμπεριφορές και δεν αποκλείεται ακόμα να φτάσει μέχρι σε προχωρημένο στάδιο μελαγχολίας και απόγνωσης με σοβαρές επιπτώσεις και απολήξεις και μάλιστα ανεξέλεγκτες.
Συμβαίνει επίσης και το εξής διαφορετικό: Μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιες μάλιστα φορές και μια ολόκληρη εβδομάδα, ενίοτε και περισσότερο, από την ημέρα του θανάτου του ανθρώπου, μέχρι την ημέρα της κηδείας και του ενταφιασμού του, ενώ γίνεται και η δέουσα ετοιμασία του σώματος με την αφαίρεση του αίματος και την αντικατάστασή του με συντηρητικά υγρά και φάρμακα προληπτικά της σήψης και της δυσοσμίας που αναδύει η πτωμαΐνη.
Στην Ανατολή η Ορθόδοξη Θεολογία και παράδοση θεωρεί την έκφραση της θλίψης και του πένθους ως κάτι το εντελώς φυσιολογικό και απαραίτητο και μάλιστα η έννοια του υπάρχει διάχυτη στη Νεκρώσιμη Ακολουθία παρά το γεγονός ότι ο τόνος και η σημαντική της έχουν αναστάσιμη και ελπιστική χροιά, όπως επισήμανα στην αρχή. Στον ύμνο, λόγου χάρη «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον» ομιλεί ο ιερός Δαμασκηνός ο συγγραφέας και ποιητής της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, όχι απλά για θρήνο, αλλά για θρήνο έντονο ο οποίος γίνεται οδυρμός. Κι ακόμα είναι χαρακτηριστικό το τροπάριο του τελευταίου ασπασμού που λέγει: «Ποιος χωρισμός ω αδελφοί, ποίος κοπετός, ποίος θρήνος εν τη παρούση ροπή, δεύτε ουν ασπάσασθετον προ μικρού μεθ’ ημών, παραδίδοται τάφω γαρ, καλύπτεται λίθω, σκότει κατοικίζεται νεκροίς συνθάπτεται», που πάει να πει σε ελεύθερη απόδοση «ώ ποίος χωρισμός, ποίο γοερό κλάμα, ποίος θρήνος αδελφοί, ελάτε να φιλήσετε εκείνον ο οποίος πριν λίγο ήταν μαζί μας, διότι θα παραδοθεί στον τάφο, θα σκεπαστεί από λίθο, θα κατοικεί πια μέσαστο σκοτάδι και θα είναι θαμμένος με τους νεκρούς». Γίνεται δηλαδή λόγος για θρήνο και οδυρμόαπό μέρους των επιζώντων, επειδή ακριβώς ο θάνατος είναι χωρισμός, ο πιο πικρός χωρισμός, όπως τόνισα λίγο πιο πάνω.
Οταν ο Απ. Παύλος παραγγέλλει στην εσχατολογική του επιστολή προς Θεσσαλονικείς, απότμηση της οποίας διαβάζεται στη Νεκρώσιμη Ακολουθία και τους συμβουλεύει «ίνα μη λυπείσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα», το λέγει θέλοντας να τονίσει την προσμονή και την επαγγελία της ανάστασης ως προϋπόθεση της οποίας θέτει την πίστη στην ανάσταση του Χριστού. Λέγει χαρακτηριστικά πως: «Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν Αυτώ», που σε ελεύθερη απόδοση πάει να πει, πως «εάν πιστεύομε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός μέσω του Ιησού θα αναστήσει τους νεκρούς».
Οφείλει να τονισθεί εδώ πως η Θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι μία ανερμάτιστη θανατολογία. Δεν είναι ένας ολοφυρμός και κοπετός δίνοντας την εντύπωση μίας απέλπιδας θρηνωδίας, αλλά απεναντίας είναι η υπαρκτική πίστη στον Αναστημένο Χριστό, ο οποίος μεταποίησε τον θάνατο σε ζωή και μάλιστα σε περισσό της ζωής.
ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου