Πρώτο θέμα μας

Πρώτο μας θέμα

Articles and opinions expressed may not necessarily belong to paneliakos.com


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Τέλος για τον γερμανικό τραπεζικό γίγαντα

Oι δύο γερμανικές τράπεζες θα πρέπει να αναζητήσουν διαφορετική λύση για μια μακρά σειρά προβλημάτων: πενιχρή κερδοφορία, υπερβολικά υψηλό εργατικό κόστος και καθυστερημένη στροφή προς τη διαδικτυακή τραπεζική σε σύγκριση με άλλες ανταγωνίστριές τους. EPA
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H Deutsche Bank και η Commerzbank, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας, ανακοίνωσαν την Πέμπτη ότι διακόπτουν τις διαπραγματεύσεις για συγχώνευσή τους, επειδή κατέληξαν στο συμπέρασμα πως οι κίνδυνοι που θα προέκυπταν θα ήταν πιο σημαντικοί από τα οφέλη. Η μετοχή της Deutsche Bank αρχικά ενισχύθηκε μέχρι και 4% το πρωί της Πέμπτης, καθώς οι επενδυτές φάνηκε ότι ανακουφίστηκαν από το γεγονός ότι η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας σταμάτησε να επιδιώκει την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας που κατά τους αναλυτές θα επιδείνωνε τα προβλήματά της. Αργότερα η μετοχή υποχωρούσε κατά 0,8%, ενώ η μετοχή της Commerzbank εμφάνιζε απώλειες 2,3%. Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων σημαίνει πως οι δύο γερμανικές τράπεζες θα πρέπει να αναζητήσουν διαφορετική λύση για μια μακρά σειρά προβλημάτων που πρέπει να λύσουν επειγόντως: Πενιχρή κερδοφορία, υπερβολικά υψηλό εργατικό κόστος και καθυστερημένη στροφή προς τη διαδικτυακή τραπεζική σε σύγκριση με άλλες ανταγωνίστριές τους. Οι επικεφαλής των δύο τραπεζών φάνηκε πως κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα με τους πολλούς επικριτές μιας ενδεχόμενης συγχώνευσής τους, οι οποίοι επέμεναν ότι το ιστορικό συγχώνευσης γερμανικών τραπεζών ήταν κακό και πως οι εποπτικές αρχές θα απαιτούσαν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ώστε να εγκρίνουν τη συγχώνευση. Επιπλέον, επενδυτές που είχαν «τσουρουφλιστεί» από τη μεγάλη πτώση της μετοχής των δύο τραπεζών ενδέχεται κάλλιστα να μην είχαν διάθεση να επενδύσουν περισσότερα χρήματα προκειμένου να ολοκληρωθεί η συγχώνευση. Σύμφωνα με παρόμοια ανακοίνωση Τύπου που εξέδωσαν οι Deutsche Bank και Commerzbank, η συγχώνευση των δύο τραπεζών «δεν θα δημιουργούσε επαρκή οφέλη ώστε να αντισταθμιστούν οι επιπρόσθετοι κίνδυνοι που θα ανέκυπταν κατά την εκτέλεση (της συμφωνίας), το κόστος αναδιάρθρωσης και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που συνδέονται με τέτοια μεγάλης κλίμακας συγχώνευση». Η απόφαση της Πέμπτης δίνει τέλος σε μια περιπέτεια που είχε αρχίσει επίσημα τον Μάρτιο, όταν είχαν ανακοινώσει οι δύο τράπεζες πως θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις για συγχώνευσή τους ώστε να προκύψει η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ευρώπης, με περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,8 τρισ. δολ.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει με την ενθάρρυνση της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία εκτιμάται πως προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν εθνικό πρωταθλητή που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις τράπεζες της Γουόλ Στριτ και πως σε περίπτωση κρίσης θα υποστήριζε περισσότερο τους Γερμανούς πελάτες της σε σύγκριση με μια ξένη τράπεζα. Ωστόσο, τα εργατικά συνδικάτα που εκπροσωπούν τους εργαζομένους των δύο τραπεζών και οι ενώσεις μετόχων αντετίθεντο στην ενδεχόμενη συγχώνευση. Επιπλέον, πολλοί οικονομικοί αναλυτές είχαν τηρήσει επικριτική στάση, όπως και οι πολιτικοί της γερμανικής αντιπολίτευσης, που υποστήριζαν ότι δεν είναι λογικό να συγχωνεύσει κανείς δύο τράπεζες με προβλήματα κερδοφορίας και πολύ χαμηλή τιμή μετοχής.
«Ολοι οι λογικοί άνθρωποι ανακουφίστηκαν», λέει η Λίζα Πάους, εκπρόσωπος των Πρασίνων για θέματα οικονομίας. «Ποτέ δεν είχε καταφέρει κάποιος να εξηγήσει γιατί ήταν λογική η δημιουργίας μιας ακόμη μεγαλύτερης και με μεγαλύτερο ρίσκο τράπεζας». Οι κανονιστικές αρχές, περιλαμβανομένης της ΕΚΤ, είχαν εξετάσει προσεκτικά την προτεινόμενη συγχώνευση. Αναμενόταν πως θα έθεταν τέτοιους όρους που θα καθιστούσαν αδύνατη την επίτευξη συμφωνίας, επιμένοντας για παράδειγμα πως οι δύο τράπεζες θα έπρεπε να προχωρήσουν σε τόσο μεγάλη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ώστε θα ήταν απίθανο να το δεχθούν οι μέτοχοι. Η λήξη των διαπραγματεύσεων για συγχώνευση θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία ώστε μια ξένη τράπεζα να εξαγοράσει την Commerzbank. Ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της ΕΚΤ, έχει εκφραστεί υπέρ των διασυνοριακών συμφωνιών, λέγοντας ότι περιορίζουν την έκθεση των τραπεζών στα σκαμπανεβάσματα μιας εθνικής οικονομίας. Ομως η πώληση της Commerzbank σε μια ξένη ανταγωνίστρια, όπως η ολλανδική ING Group ή η ιταλική UniCredit, θα αποτελούσε πλήγμα για τη γερμανική υπερηφάνεια και είναι ασαφές κατά πόσον θα την επέτρεπε η γερμανική κυβέρνηση, η οποία κατέχει το 15% των μετοχών της Commerzbank.  Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων αποτελεί επίσης πλήγμα για τον Ολαφ Σολτς, υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, ο οποίος θεωρείται πως πίεζε παρασκηνιακά όλο αυτό το διάστημα για τη συγχώνευση των Deutsche Bank και Commerzbank. Ο Σολτς δήλωσε την Πέμπτη πως οι γερμανικές εταιρείες χρειάζονται την υποστήριξη ανταγωνιστικών τραπεζών, αν και πρόσθεσε πως η συνεργασία των Deutsche Bank και Commerzbank θα είχε νόημα μόνον αν έχει επιχειρηματικό νόημα και οδηγεί σε ισχυρό επιχειρηματικό μοντέλο.
Τα προβλήματα
Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, κάθε τράπεζα θα πρέπει να αντιμετωπίσει μόνη της σειρά σοβαρών προβλημάτων. Και οι δύο είναι ελάχιστα ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, με το κόστος λειτουργίας τους να είναι υπερβολικά υψηλό σε σύγκριση με τα έσοδά τους. Deutsche Bank και Commerzbank υποφέρουν από έλλειψη επικερδούς επιχειρηματικού μοντέλου, ενώ η πρώτη δεν έχει ακόμη αποκαταστήσει την αξιοπιστία της μετά την ανάμειξή της σε σειρά σκανδάλων μετά το 2008. Πιο πρόσφατα, η Deutsche Bank ενεπλάκη ως διάμεσος στο σκάνδαλο ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος μέσω των υποκαταστημάτων της Dasnke Bank σε χώρες της Βαλτικής Θάλασσας. Και η Commerzbank αντιμετωπίζει σειρά σημαντικών προβλημάτων αρκετά χρόνια μετά τη διάσωσή της από το γερμανικό κράτος στην περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εξακολουθεί να έχει χαρτοφυλάκιο με πολλά τοξικά περιουσιακά στοιχεία, ωστόσο δεν έχει εμπλακεί σε τόσα σκάνδαλα όσο η Deutsche Bank, ενώ έχει καταφέρει να μειώσει περισσότερο το κόστος λειτουργίας της.
JACK EWING/THE NEW YORK TIMES

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου