Πρώτο θέμα μας

Πρώτο μας θέμα

Articles and opinions expressed may not necessarily belong to paneliakos.com

Η ιστοσελίδα μας, PANELIAKOS.COM

You can translate this blog in over 100 languages within a second! Go to the left up top where it says Translate. Happy navigating. See you again..

Εορτάζουμε και Tιμούμε

1821 - 2021

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021

Κρεγκ Γουίτλοκ – «Οι ΗΠΑ δαπάνησαν στο Αφγανιστάν περισσότερα χρήματα από όσα στο Σχέδιο Μάρσαλ»

  Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου, 2021

Αθανασόπουλος Άγγελος Αλ

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «The Afghanistan Papers: A Secret History of the War», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες στις ΗΠΑ, μιλάει για τον 20ετή πόλεμο που ολοκληρώθηκε, τις αμερικανικές ηγεσίες που έκρυβαν πράγματα και παραπληροφορούσαν και τη μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε για αποχώρηση επί προεδρίας Ομπάμα

Κρεγκ Γουίτλοκ – «Οι ΗΠΑ δαπάνησαν στο Αφγανιστάν περισσότερα χρήματα από όσα στο Σχέδιο Μάρσαλ» | tovima.gr

«Οπρόεδρος Ομπάμα είχε υποσχεθεί να τελειώσει τον πόλεμο, επομένως στις 28 Δεκεμβρίου 2014 αμερικανοί και νατοϊκοί αξιωματούχοι πραγματοποίησαν μια τελετή στα αρχηγεία τους στην Καμπούλ για να εορτάσουν τη στιγμή. Μια πολυεθνική έγχρωμη φρουρά παρέλασε καθώς έπαιζε μουσική. Ενας στρατηγός τεσσάρων αστέρων έκανε μια ομιλία και με επισημότητα τοποθέτησε σε μια θήκη την πράσινη σημαία της διεθνούς δύναμης υπό την αιγίδα των ΗΠΑ που κυμάτιζε από την έναρξη της σύγκρουσης… Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος δεν πλησίαζε καν προς το τέλος του και τα αμερικανικά στρατεύματα θα πολεμούσαν και θα σκοτώνονταν σε μάχες στο Αφγανιστάν για πολλά χρόνια ακόμη. Οι τολμηροί ισχυρισμοί περί του αντιθέτου κατατάσσονταν μεταξύ των πλέον ανήκουστων εξαπατήσεων και ψεμάτων που οι αμερικανοί ηγέτες είχαν διαδώσει έπειτα από δύο δεκαετίες πολέμου».

Το εν λόγω απόσπασμα προέρχεται από ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγες ημέρες, στις 31 Αυγούστου, στις Ηνωμένες Πολιτείες και αναμένεται να κάνει πάταγο. Ο τίτλος του είναι «The Afghanistan Papers: A Secret History of the War» (Simon & Schuster) και ο συγγραφέας του, ο Κρεγκ Γουίτλοκ, είναι ένας από τους κορυφαίους δημοσιογράφους της «Washington Post». Το βιβλίο του κ. Γουίτλοκ βασίζεται σε μια σειρά ρεπορτάζ κορυφαίας ερευνητικής δημοσιογραφίας που δημοσιεύθηκαν στην αμερικανική εφημερίδα και περιέχει δεκάδες συνεντεύξεις και έγγραφα που αφορούν τον 20ετή πόλεμο που ολοκληρώθηκε με την αποχώρηση την περασμένη Τρίτη των τελευταίων αμερικανών στρατιωτών από την ασιατική χώρα. Το τηλεφωνικό ραντεβού του «Βήματος» με τον κ. Γουίτλοκ είχε κανονιστεί μία ημέρα νωρίτερα, τη Δευτέρα 30 Αυγούστου. Και η συζήτηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ενδιαφέρουσα και εξόχως αποκαλυπτική, καθώς ο συγγραφέας μοιράστηκε με «Το Βήμα» κομβικά σημεία του βιβλίου του.

Τα ψέματα των προέδρων

Ενα από τα βασικά συμπεράσματα του βιβλίου είναι ότι επί σειρά ετών οι αμερικανικές ηγεσίες και τρεις πρόεδροι, οι Τζορτζ Μπους ο νεότερος, Μπαράκ Ομπάμα και Ντόναλντ Τραμπ, παραπλανούσαν και έλεγαν, ουσιαστικά, ψέματα στην κοινή γνώμη για όσα συνέβαιναν στο Αφγανιστάν. «Αυτό που κυρίως συνέβαινε», λέει στο «Βήμα» ο κ. Γουίτλοκ, «είναι ότι έκρυβαν πράγματα, έλεγαν ψέματα και παραπληροφορούσαν καθώς περνούσαν τα χρόνια. Χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως νίκη ή στασιμότητα, όταν δεν υπήρχε καμία νίκη σε στρατιωτικό επίπεδο» προσθέτει. Ενα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ψεύδους και παραπλάνησης είναι αυτό  ακριβώς που περιγράφεται στην πρώτη παράγραφο αυτού του κειμένου: το δήθεν τέλος του πολέμου το 2014 που ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα είχε χαιρετίσει ως «ορόσημο» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες θα ήταν πια πιο ασφαλείς έπειτα από 13 (τότε) χρόνια πολέμου.

Η επίθεση στον Τσένι που αρνήθηκε ο στρατός

Ο συγγραφέας μάς περιγράφει όμως και άλλο ένα ενδιαφέρον περιστατικό που καταδεικνύει ότι η παραπλάνηση ήταν διαρκές φαινόμενο. Σύμφωνα με τον Γουίτλοκ, «αυτό έλαβε χώρα το 2007, όταν οι Ταλιμπάν πραγματοποίησαν επίθεση αυτοκτονίας στην αεροπορική βάση Μπαγκράμ εναντίον του τότε αντιπροέδρου Ντικ Τσένι. Ο αμερικανικός στρατός», εξηγεί ο Γουίτλοκ, «αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι αυτό συνέβη, λέγοντας πως οι Ταλιμπάν δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πού βρισκόταν ο Τσένι. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, οι Ταλιμπάν έφθασαν πολύ κοντά να πετύχουν τον στόχο τους, διότι ο βομβιστής αυτοκτονίας πυροδότησε τα εκρηκτικά δίπλα σε ένα από τα αυτοκίνητα ασφαλείας διακεκριμένων προσώπων (VIPs). Αυτό ήταν απόδειξη ότι οι Ταλιμπάν γνώριζαν πολύ καλά πού βρισκόταν ο Τσένι».

Το πρόβλημα ήταν ότι μπορεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να σάρωσαν εύκολα τους Ταλιμπάν την περίοδο 2001-2002, με τη βοήθεια και της Βόρειας Συμμαχίας, αλλά ήδη από το 2005-2006 είχαν αρχίσει να δυναμώνουν και να πραγματοποιούν επιθέσεις. «Οι αμερικανικές αρχές επέμεναν να το αρνούνται αυτό και να λένε ότι οι Ταλιμπάν βρίσκονταν σε υποχώρηση. Δεν ήταν αλήθεια. Οι Ταλιμπάν ισχυροποιούνταν» τονίζει ο Γουίτλοκ. Οπως μας επισημαίνει, «κατά την πέμπτη επέτειο από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο τότε επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, ο αντιστράτηγος Καρλ Αϊκενμπέρι (σ.σ.: λίγα χρόνια αργότερα διετέλεσε και πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Καμπούλ), επέμενε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν τον πόλεμο. Υπήρχε όμως τηλεγράφημα του ίδιου του τότε αμερικανού πρεσβευτή στο οποίο αναφερόταν συγκεκριμένα ότι δεν κερδίζαμε».

Η σύγχυση από πλευράς στρατηγικής

Το 2014 το Γραφείο του Ειδικού Γενικού Εισαγγελέα για την Ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν (SIGAR) χρηματοδότησε ένα πρόγραμμα ύψους 11 εκατ. δολαρίων για να καταγράψει τα μαθήματα (Lessons Learned) από την αμερικανική εμπλοκή στη χώρα. Αναμφίβολα, ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αναδείχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της 20ετούς εμπλοκής των Αμερικανών στο Αφγανιστάν ήταν η σύγχυση από πλευράς στρατηγικής.

Αυτή φαίνεται ότι ενισχύθηκε όταν σχεδόν αμέσως μετά την επικράτηση επί των Ταλιμπάν το 2002 η Ουάσιγκτον και ο Λευκός Οίκος ξεκίνησαν να ασχολούνται με την προετοιμασία του πολέμου στο Ιράκ. «Σε ό,τι αφορά τη στρατηγική, δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο πως υπήρχε η πρόθεση για nation-building. Αλλωστε και ο Τζορτζ Μπους είχε υποσχεθεί ακόμη και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας εναντίον του Αλ Γκορ το 2000 ότι οι ΗΠΑ δεν θα ασχοληθούν με το nation-building, αλλά μετά την αρχική φάση του πολέμου, που ήταν επιτυχημένη, κατέστη αντιληπτό ότι το Αφγανιστάν βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση. Πολλοί έλεγαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον μια ευθύνη να βοηθήσουν στη βελτίωση της ζωής και στη δημιουργία θεσμών. Δημοσίως», υπογραμμίζει ο αμερικανός συγγραφέας, «όλοι οι πρόεδροι είπαν ότι δεν κάνουμε nation-building. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι δαπάνησαν για αυτόν τον λόγο στο Αφγανιστάν περισσότερα χρήματα από όσα για το Σχέδιο Μάρσαλ στη μεταπολεμική Ευρώπη».

Διαφθορά και σπατάλη τεράστιων ποσών

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα από τα πιο σκοτεινά χαρακτηριστικά αυτού του 20ετούς πολέμου υπήρξε η εκτεταμένη διαφθορά που τροφοδοτήθηκε ακριβώς από τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν. Αλλωστε, ο πρώην πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι είχε παραδεχθεί ότι η CIA έφερνε επί χρόνια σάκους με χρήματα στο γραφείο του, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε ως κάτι «όχι ασυνήθιστο». Σύμφωνα με τον κ. Γουίτλοκ, «η CIA, ο αμερικανικός στρατός, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και άλλες υπηρεσίες χρησιμοποίησαν μετρητά και παχυλά συμβόλαια για να δελεάσουν αφγανούς πολεμάρχους στον πόλεμο εναντίον της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν. Αν και η πρόθεση ήταν αυτή η τακτική να είναι βραχυπρόθεσμη, η πρακτική αυτή έδεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες με ορισμένα από τα πιο διαβόητα πρόσωπα της χώρας για χρόνια». Και ένα από τα σκοτεινότερα πρόσωπα ήταν ο Τατζίκος Μοχάμεντ Κασίμ Φαχίμ Χαν, επικεφαλής της Βόρειας Συμμαχίας, κατόπιν υπουργός Αμυνας και αντιπρόεδρος.

Ρωτάμε τον συνομιλητή μας σχετικά με την πλήρη και ταχεία κατάρρευση των αφγανικών ενόπλων δυνάμεων μπροστά στην ταχεία προέλαση των Ταλιμπάν όταν πλέον η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών εισήλθε στην τελική ευθεία. Η κατάσταση της εκπαίδευσης και της ποιότητας του αφγανικού στρατού αποτελεί άλλο ένα πεδίο στο οποίο οι αμερικανικές αρχές και πρόσωπα που χαίρουν εκτίμησης, όπως ο πρώην υπουργός Αμυνας Τζέιμς Μάτις, παραπλάνησαν πλήρως όχι μόνο τον αμερικανικό λαό αλλά και το ίδιο το Κογκρέσο. Στο σημείο αυτό, η αναφορά του πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν Ράιαν Κρόκερ ότι «η αφγανική αστυνομία είναι άχρηστη επειδή είναι διεφθαρμένη μέχρι το επίπεδο των περιπολιών» λέει όλη τη σκληρή αλήθεια για τον βαθμό στον οποίο η διαφθορά είχε εισχωρήσει παντού.

Διοικητές με μέσον και στρατιώτες-φαντάσματα

Μιλώντας με τη γνώση του ανθρώπου που μελέτησε εις βάθος εκατοντάδες έγγραφα, ο Κρεγκ Γουίτλοκ δεν διατυπώνει την παραμικρή έκπληξη. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες», μας λέει, «κατέβαλαν οι ίδιες όλους τους μισθούς και γενικότερα όλα τα έξοδα των αφγανών στρατιωτών. Ωστόσο, οι διοικητές έπαιρναν αυτά τα χρήματα και κρατούσαν μεγάλο μέρος για τον εαυτό τους. Αλλωστε, οι διοικητές είχαν τοποθετηθεί εκεί με βάση τις γνωριμίες τους και οι θέσεις αυτές ήταν πολύ επικερδείς. Εκτιμάται», συνεχίζει, «ότι από το σύνολο των 350.000 στρατιωτών και αστυνομικών, μόνο οι 250.000 μπορούσαν επίσημα να καταγραφούν. Οι υπόλοιποι 100.000 είναι αυτοί που θα ονομάζαμε «στρατιώτες-φαντάσματα»».

Η ευκαιρία για απόσυρση τον Δεκέμβριο του 2014

Μέσα σε όλον αυτόν τον «πολιτικό και στρατιωτικό βάλτο», δεν θα έπρεπε κάποια στιγμή να έχουν αντιληφθεί οι αμερικανοί ηγέτες ότι η έξοδος από το Αφγανιστάν ήταν η μόνη λύση; «Εκ των υστέρων, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Δεκέμβριος του 2014, επί προεδρίας Ομπάμα, ήταν η κατάλληλη στιγμή για την απόσυρση. Οι Ταλιμπάν ήταν πολύ πιο αδύναμοι τότε» εξηγεί ο κ. Γουίτλοκ. Μετά την ανάληψη της προεδρίας, το 2009, ο Μπαράκ Ομπάμα πείστηκε από το Πεντάγωνο να προχωρήσει σε σημαντικότατη αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων σε μια προσπάθεια να κερδηθεί οριστικά ο πόλεμος. Αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Ο αριθμός των δυνάμεων μειώθηκε σχετικά γρήγορα. Ακόμα και το 2014 όμως «το Πεντάγωνο έλεγε στον Ομπάμα ότι πρέπει να διατηρήσει στο Αφγανιστάν μια δύναμη επειδή η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς ισχυρή – αν και δημοσίως, όπως είδαμε, έλεγαν το αντίθετο. Εν τέλει βέβαια η τελική απόφαση ανήκε στον πρόεδρο Ομπάμα» σημειώνει. Ο χρόνος έδειξε ότι εκείνη η επιλογή αποδείχθηκε λανθασμένη. «Το 2020 οι Ταλιμπάν ήταν πια πολύ ισχυρότεροι από ό,τι το 2000-2001» λέει ο Γουίτλοκ. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο αμερικανός δημοσιογράφος στο βιβλίο του (Κεφάλαιο 21 – «Συνομιλώντας με τους Ταλιμπάν»), μία σειρά από ευκαιρίες για να διεξαχθούν κάποιου είδους συνομιλίες με τους Ταλιμπάν που θα διευκόλυναν την αμερικανική αποχώρηση χάθηκαν τα επόμενα χρόνια. Η πρώτη ευκαιρία ήταν η Συνδιάσκεψη της Βόννης, ήδη το 2001. Η δεύτερη χάθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 2004, όταν πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες δημοκρατικές προεδρικές εκλογές. Η αμερικανική πλευρά υποτίμησε τους λόγους που τροφοδοτούσαν την επιθυμία των Ταλιμπάν να συνεχίσουν να πολεμούν, ακόμα και επί Ομπάμα. Ο αείμνηστος Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που είχε διοριστεί από τον Ομπάμα ως ειδικός απεσταλμένος για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, υποστήριζε την έναρξη συνομιλιών ΗΠΑ – Ταλιμπάν. Ωστόσο, η τότε υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον αντέδρασε, ενώ και ο πρώην πρόεδρος του Αφγανιστάν Χαμίντ Καρζάι δεν ήταν «ζεστός».

Οι Ταλιμπάν, η συμφωνία με Τραμπ και η δέσμευση

Το 2018 ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δημοσίως υποστήριζε μια καθαρή νίκη επί των Ταλιμπάν, έδωσε εντολή για απευθείας συνομιλίες μαζί τους. Αυτές έλαβαν χώρα στο Κατάρ όπου οι Ταλιμπάν είχαν ανοίξει πολιτικό γραφείο. Ο Τραμπ σχεδίαζε ακόμα και να καλέσει την ηγεσία των Ταλιμπάν στο Καμπ Ντέιβιντ, τον Σεπτέμβριο του 2019, για να υπογραφεί η συμφωνία. Οταν το σχέδιο διέρρευσε, οι συνομιλίες, προσωρινώς, κατέρρευσαν αλλά όχι για πολύ. Τελικά, η συμφωνία υπεγράφη τον Φεβρουάριο του 2021 και προέβλεπε την οριστική αποχώρηση των Αμερικανών μέχρι τον Μάιο του 2021. «Ενας από τους όρους που έθετε – και – ο Τραμπ ήταν να αποκηρύξουν οι Ταλιμπάν τους δεσμούς τους με την Αλ Κάιντα. Ωστόσο υπήρχε ένα πρόβλημα» τονίζει ο Γουίτλοκ. «Οι Αμερικανοί», καταλήγει, «δεν μπορούσαν να έχουν εγγυήσεις ότι οι Ταλιμπάν θα τηρούσαν μια τέτοια δέσμευση. Ουσιαστικά, οι διαπραγματεύσεις ήταν ετεροβαρείς. Οι Ταλιμπάν όχι μόνο ήταν σε ισχυρότερη θέση από το 2001, αλλά επιπλέον γνώριζαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν απεγνωσμένα να απεμπλακούν από το Αφγανιστάν».

TO BHMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου