Πρώτο θέμα μας

Πρώτο μας θέμα


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Η παγίδα των μηδενικών επιτοκίων

Τρίτη, 18 Απριλίου, 2017
Οταν η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) είχε μειώσει σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα τα επιτόκια, κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, επρόκειτο για μια ακραία κίνηση. Η κεντρική τράπεζα είχε εξαντλήσει τα όρια της συμβατικής νομισματικής πολιτικής, αφήνοντας την ανάκαμψη να παλινωδεί, λαμβάνοντας λιγότερη από την αναγκαία βοήθεια. Σήμερα, όμως, με την κρίση επιτέλους να βρίσκεται πίσω μας, η ομοσπονδιακή τράπεζα έχει αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια και ίσως μπει στον πειρασμό να θεωρήσει ότι ο ζήλος της για τα χαμηλότατα επιτόκια υπήρξε ένα εφάπαξ πείραμα και να εκτιμήσει ότι πλέον μπαίνουμε σε έναν κάπως πιο κανονικό κόσμο. Μακάρι να ήταν αλήθεια. Μια νέα μελέτη δεικνύει ότι ίσως τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια σε συνθήκες άτολμης ανάκαμψης θα μπορούσαν να γίνουν κάτι συνηθισμένο. Κι αυτό είναι προβληματικό για πολλούς λόγους. Εάν η ομοσπονδιακή τράπεζα δεν μπορεί να περικόψει τα επιτόκια τόσο όσο χρειάζεται για να αντεπεξέλθει σε μια επιβραδυνόμενη οικονομία, τότε οι υφέσεις θα είναι συχνότερες και οδυνηρότερες.

Επίσης, η μελέτη δεικνύει ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη να επανεξετάσουμε πώς θα αντιμετωπίσουμε την επόμενη δέσμη κακών οικονομικών ειδήσεων και, κατά προτίμηση, προτού δημοσιοποιηθούν. Εάν δεν επαρκεί ως εργαλείο η νομισματική πολιτική, ίσως χρειάζεται και η δημοσιονομική πολιτική. Ενα είναι βέβαιο: αυτή δεν είναι εποχή για εφησυχασμό. Η αμερικανική οικονομία φαίνεται να έχει μεταμορφωθεί με έναν τρόπον τέτοιο, ο οποίος υποσκάπτει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής αλλά όχι της δημοσιονομικής πολιτικής. Ολα αυτά συνιστούν την απόρροια δύο κυρίαρχων τάσεων. Πρώτον, ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε επίπεδα χαμηλότερα από το παρελθόν. Συγκεκριμένα, από το 1950 έως το 2011 διαμορφωνόταν κατά μέσον όρο στο 3,5%, ενώ τον Ιανουάριο του 2012 η Fed δεσμεύτηκε για στόχο 2% και στην πραγματικότητα ο πληθωρισμός είναι χαμηλότερος. Δεύτερον, τα πραγματικά επιτόκια σε εναρμόνιση με μια οικονομία, που αναπτύσσεται με όλες τις μηχανές της σε πλήρη λειτουργία, έχουν υποχωρήσει. Η τάση αυτή κατά τον καθηγητή του Χάρβαρντ Λόρενς Σάμερς αποκαλείται στασιμότητα, ενώ πολλοί υπολογίζουν ότι «αυτά τα ουδέτερα πραγματικά επιτόκια» μειώθηκαν από το 2,5% στο 1% ή και χαμηλότερα.

Το πρόβλημα για τη Fed είναι το εξής: Στις περισσότερες περιπτώσεις η ύφεση μπορεί να θεραπευθεί με μία μείωση των επιτοκίων κατά κάποιες ποσοστιαίες μονάδες. Οταν τα επιτόκια προσέγγιζαν το 6%, η ομοσπονδιακή τράπεζα μπορούσε να αναζωογονήσει την οικονομία με πλήθος μειώσεων. Οταν έφθασαν τα επιτόκια προς το 3%, μπορούσε να κάνει μειώσεις αλλά λιγότερες φορές, εφόσον αυτά μπορούσαν να υποχωρήσουν έως το μηδέν και μόνο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε μια τυπική κάμψη της οικονομίας, η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να μειώσει όσο ήθελε το κόστος δανεισμού. Ακόμα χειρότερα, αυτό το όριο αποτελεί ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα, όταν η οικονομική δυσπραγία εμφανίζεται αμέσως μετά μια προηγούμενη ύφεση. Αυτή τη στιγμή, λόγου χάριν, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια της Fed παραμένουν στο 0,75% - 1%, επειδή η Τράπεζα επιδιώκει να συνεχίσει να στηρίζει την ανάκαμψη. Εάν η οικονομία εξασθενήσει, τότε θα έχει πολύ περιορισμένο περιθώριο δράσης. Ακόμα και ελάχιστη επιβράδυνση σήμερα θα απαιτούσε μεγαλύτερη περικοπή επιτοκίων από ό,τι είναι βιώσιμο.

Αυτό μπορεί να μοιάζει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Οσο λιγότερα πυρομαχικά διαθέτει η ομοσπονδιακή τράπεζα, τόσο πιο αναιμική και βραδεία θα είναι η ανάκαμψη. Σύμφωνα με τους ερευνητές οικονομολόγους της Fed, Μάικλ Λίλι και Τζον Ρόμπερτς, η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ χρειάζεται να υποσχεθεί ότι θα διατηρήσει σε χαμηλά επίπεδα τα επιτόκια δολαρίου για μεγαλύτερες περιόδους. Υπό το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να αντισταθμίσει τις μειώσεις επιτοκίων, που θα προσδοκούσε να κάνει, αλλά δεν το κατόρθωσε. Κάνοντας κάτι τέτοιο στη χειρότερη φάση μιας ύφεσης, θα έδινε περιθώρια να γίνουν πιο αισιόδοξες οι επιχειρήσεις και θα στήριζε την ανάκαμψη – η Fed θα έπρεπε να διατηρήσει τα επιτόκια χαμηλά, ανεξαρτήτως εάν ο πληθωρισμός έφθανε τον στόχο της του 2%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου